lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πυγμαχώ

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
box, boxing, pugilism
πυγμαχώ
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
boxovat, rohovat, skříňka
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
box, boxen, faustkampf, schachtel
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
bås, bokse, boksning, dåse, lår
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
boxear, boxeo
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
bouvreuil, boxe, boxer, coffret, stalle
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
boxe, pugilato
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
bås, blikk, bokse, boksing, eske, lår
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
бокс, боксировать
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
bås, lår, boxa
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
boks
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
бокс
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
бокс
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
poks
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
nyrkkeillä, nyrkkeily, rasia
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
bokszolás, doboz, ökölvívás
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
boksas
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
caixa, coxear
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
box
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
бокс, дзвеніти, дзвінок, дзвонити, задзвеніти, каблучка, кільце
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
boks, boksować