lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: τσάπα

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
spade, spud, trowel, battledore, shovel
τσάπα
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
spaten, schaufel, schippe
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
spade, skovl, skuffe
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
laya, pala, palada
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
bêche, louchet, pelle
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
badile, vanga, pala, paletta
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
заступ, лопата, лопатка
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
рыдлёука, жалязняк, лапата, шуфель
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
labidas, kühvel
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
lapio
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
kastuvas, semtuvas
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
pá, pala, laça
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
cazma
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
лопатка, лопата
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
rydel, szpadel, łopata
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
spade, skuffe, skyffel
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
lopata, lopatka
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
skovel, skyffel, spade
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
lopatë
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
лопата
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
lapát
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
lopata
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
lopata

Σχετικές λέξεις

τσάπα english, τσάπα jcb, τσάπα τιμη, μύρνα τσάπα, αμπελουργική τσάπα, βάσω τσάπα, ηλεκτρική τσάπα