lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πρωταθλητής

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
champion, artist, champ, chef, craftsman, emcee, foreman, maestro, master, mastermind, whiz, advocate, attorney, barrister, counsel, defence, defender, guardian, halfback, half-back, libertarian, pleader, protector, vindicator, record-holder
πρωταθλητής
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
bojovník, přeborník, šampión, vítěz, zastánce, mistr, pán, velitel, vládce, zaměstnavatel, advokát, chránič, obhájce, obránce, ochránce, protektor, rekordman
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
champion, meister, gebieter, herr, maestro, advokat, anwalt, beschützer, bevollmächtigte, rechtsanwalt, verteidiger, rekordhalter
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
campeón, amo, dueño, maestro, abogado, defensa, defensor, protector
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
champion, championne, gymnasiarque, maestro, maître, superchampion, apologiste, avocat, défenseur, protecteur, tenant, recordman
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
campione, fuoriclasse, maestro, padrone, avvocato, difensore, legale, paladino, patrocinante, protettore, terzino
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
чемпион, господин, искусник, мастер, маэстро, мэтр, адвокат, заступник, защитник, рекордист, рекордсмен
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
чэмпіён, майстар, абаронца, апякун
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
esitaistelija, kaitsija, puolustaja, suojelija
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
šampion, majstor, advokat, branitelj, odvjetnik
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
campeão, amo, dono, habilidoso, maestro, mestre, patrão, senhor, abonado, advogado, defensa, defensor, protector
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
campion, avocat
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
чемпіон, бригадир, виконроб, виробник, вождь, маестро, майстер, майстре, творець, адвокат, берегти, варта, віруючий, захисник, оберігати, оборонець, охорона, охороняти, пильнувати
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
czempion, mistrz, obrońca, rekordzista
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
ener, herre, hersker, mester, advokat, back, forkaste, forsvarer, jurist, sagfører
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
ener, herre, mester, advokat, back, forkaste, forsvarer
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
enver, mästare, advokat, back
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
meister, advokaat, kaitsja, valvur
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
bajnok, mester, hátvéd, ügyvéd, védelmező, védő
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
meistras, valdovas, advokatas, gynėjas, teisininkas
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
avokat, mbrojtës
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
адвокат
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
advokat, odvetnik

Σχετικές λέξεις

πρωταθλητής εφημερίδα, πρωταθλητής στο σκάκι από το 1985 έως το 1993, πρωταθλητής ευρώπης ο ολυμπιακός, πρωταθλητής ελλάδος στο θαλάσσιο σκι με τον ναυτικό όμιλο βουλιαγμένης, πρωταθλητής ο ολυμπιακός, πρωταθλητής ευρώπης ολυμπιακός, πρωταθλητής μπάσκετ 2012, πρωταθλητής καλλιθέας, πρωταθλητής εφημερίδα τηλέφωνο, πρωταθλητής ευρώπης