lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ράγισμα

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
burst, chap, crack, crevasse, crevice, fissure, fracture, interstice, leak, rift, rip, rupture, split, cranny, flaw, scratch, trait, aperture, chink, cleavage, cleft, slot, gap, pussy, slit, space
ράγισμα
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
díra, lom, praskat, prasklina, prasknutí, přetrhnout, přetržení, průlom, pukat, puklina, puknout, rozsedlina, rozštěp, roztrhnout, roztržení, štěrbina, trhlina, trhlinka, zlomení, zlomenina, oděrka, odřenina, škrábnutí, škrtnutí, nedostatek, otvor, spára, drážka, rozparek, rýha, žlábek
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
aufbruch, bersten, bruch, explosion, kluft, riss, spalte, sprung, ritz, ritze, schramme, schlitz, spalt, nute
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
brist, briste, brud, eksplosion, karl, revne, spalte, sprængning, grabbe, rift, kløft, skar
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
fisura, fractura, grieta, hendidura, quiebra, raja, rasgadura, rotura, ruptura, rajadura, tacha, abertura, apertura, falla, ranura
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
brisure, crevaison, crevasse, crever, crique, déchirure, éclatement, fêlure, fissure, fracture, gerçure, rupture, tapure, égratignure, fente, gerce, rayure, faille, lézarde, ouverture, scissure, rainure
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
crepa, crepaccio, crepare, crepatura, fenditura, fessura, frattura, rottura, scoppiare, scoppio, spaccatura, squarcio, strappo, graffio, abboccatura, apertura, asola, incrinatura, spiraglio, feritoia
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
brist, brudd, grabb, karl, kille, revne, spalte, sprekk, sprika, repa, reva, rift, riss, hull, kløft, springa, gap, lekk, skar
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
взрыв, трещина, отверстие, скважина, щель
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
brädd, grabb, karl, kille, rämna, spricka, repa, reva, springa, gap, skar
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
çaj, plasë, vrimë
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
трэшчына
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
pragu
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
haljeta, halkeama, katkeama, murtuma, rako, särö, lovi, loma
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
eksplozija, pukotina, otvor
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
elszakadás, repedés, szakítás, hasadék, rés
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
sprogimas
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
fractura, pendida, quebradura, rasgadura, rotura, ruptura, risco, tacha, traço, abertura, fenda, fresta, rajá
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
crăpătură
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
zlomenina
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
бити, вада, весна, винаймати, дефект, джерело, зарубка, зламати, зламатися, коливати, коливатися, криниця, ламати, ламатися, надлом, наймати, найняти, обриватися, оренда, орендувати, перерва, перервати, перо, плата, побити, поломка, порушити, порушувати, пружина, рента, розбивати, розбити, розірвати, розламати, розрив, розривати, розтріскатися, розтріскуватися, розтрощити, розтрощувати, стрибати, стрибнути, струс, схвилюватися, тремтіти, тріпати, тріщина, трощити, трусити, трясти, трястися, хлопець, щілина, береш, виїмка, вилом, гніздо, отвір, прогалина, пролом, проміжок, проріз, щілину, паз
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
pęknięcie, rysa, szczelina, szpara

Σχετικές λέξεις

ράγισμα οστού, ράγισμα στα πλευρά, ράγισμα καθρέφτη, ράγισμα ποδιού, ράγισμα δοντιού, ράγισμα πλευρών, ράγισμα πλευρού, ράγισμα λεκάνης, ράγισμα ισχίου, ράγισμα καρπού