lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: άνοιξη

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
spring, springtide, springtime, spa, authority, birth, fount, fountain, fountainhead, from, origin, quarter, resource, root, source, well, wellspring, well-spring
άνοιξη
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
jaro, pramen, zdroj, zřídlo, fontána, kašna, kořen, odmocnina, počátek, původ, rod, studna, vodotrysk, vznik
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
frühjahr, frühling, lenz, bad, brunnen, quell, quelle, sprudel, entstehung, fontäne, herkunft, springbrunnen, ursprung, wurzel
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
forår, vår, kilde, brønd, byrd, fontene, ile, ophav, oprindelse, rod, rot, spring, springvand, udspring
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
abril, primavera, fuente, manantial, venera, de, derivación, foco, germen, minero, nacimiento, origen, procedencia, raíz
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
printemps, renouveau, fontaine, source, coupe, germe, origine, principe, racine
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
primavera, fonte, sorgente, fontana, origine, principio, provenienza, radice
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
vår, brann, brønn, kilde, byrd, fontene, ile, opphav, oppkomme, rot, spring, utspring
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
весна, источник, ключ, родник, исток
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
vår, brunn, källa, upphov, ursprung
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
pranverë, krua, burim, gurrë
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
вясна, ключ, крыніца
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
kevad, allikas, päritolu, purskkaev
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
kevät, hete, kaivo, lähde, aiheuttaja
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
proljeće, izvor
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
kikelet, tavasz, eredet, forrás, kút
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
pavasaris, šaltinis, verdenė, versmė, fontanas, ištaka, kilmė, pradžia
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
primavera, clave, fonte, manancial, monte, nascente, venera, de, foco, origem, procedência
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
pomlad, izvir
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
jar, zdroj
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
весна, головний, джерело, криниця, найкращий, первинний, первісний, перший, початковий, пружина, стрибати, стрибнути, гарно, добре, доказ, клавіша, ключ, ключовий, ну, першоджерело, першопричина, смачно, фонтан, авторство, басейн, батьківство, батько, джерельце, засада, канал, командування, корінь, мій, народження, начало, новісінький, пофарбувати, походження, початок, прародитель, прикути, принцип, протока, резервуар, родитель, рудник, тваринник, фарбувати, шахта, штаб, штаб-квартира
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
wiosna, zdrój, źródło

Σχετικές λέξεις

άνοιξη καλοκαίρι 2014, άνοιξη 2014, άνοιξη της πράγας, άνοιξη ποιήματα, άνοιξη καλοκαίρι φθινόπωρο χειμώνας... και άνοιξη, άνοιξη βόσσου, άνοιξη στο νηπιαγωγείο, άνοιξη κινηματογράφος, άνοιξη 2014 μόδα, άνοιξη ζερβουδάκης στίχοι