lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καταγωγή

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
ancestry, ascendance, background, birth, blood, derivation, descent, extraction, lineage, origin, origination, parentage, paternity, pedigree, provenance, provenience, strain
καταγωγή
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
náběh, narození, počátek, původ, rod, vznik, zrod
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
abkunft, abstammung, entstehung, geburt, herkunft, quelle, ursprung
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
blod, byrd, fødsel, herkomst, kilde, oprindelse, proveniens, udspring
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
abolengo, alcurnia, cepa, derivación, descendencia, estirpe, fuente, linaje, manantial, minero, nacimiento, origen, principio, procedencia, raíz, sangre, tronco
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
ascendance, descendance, filiation, genèse, naissance, origine, parage, provenance
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
discendenza, nascita, origine, provenienza, stirpe
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
avstamning, byrd, fødsel, herkomst, opphav, oppkomme, oppkomst, proveniens
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
источник, начало, происхождение
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
avstämning, börd, härkomst, proveniens, ursprung
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
произхождение
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
päritolu, sünnipära
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
alkuperä, synty
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
izvor, početak, porijeklo
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
eredet, származás, születés
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
ištaka, kilmė, kraujas, pradžia
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
estirpe, fluente, fonte, nascente, nascimento, origem, origens, principio, procedência, sangre, sangue
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
pôvod
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
начало
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
pochodzenie

Σχετικές λέξεις

καταγωγή των ελλήνων, καταγωγή τσίπρα, καταγωγή τούρκων, καταγωγή ονομάτων, καταγωγή των ειδών, καταγωγή στα αγγλικά, καταγωγή συνωνυμα, καταγωγή βλάχων, καταγωγή επιθέτου, καταγωγή φουρέιρα