lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: άνετος

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
comfortable, comfy, luxury, casual, easy, free, freed, freeform, informal, lax, loose, random, unconstrained, unfettered, unhampered, uninhibited, unrestrained, unrestricted, agreeable, convenient, cosy, cushy, expedient, handy, lazy, snug, amicable, effortless, facile, simple, tractable
άνετος
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
pohodlný, jednoduchý, lehký, nenucený, neostýchavý, nevázaný, přirozený, snadný, štědrý, svobodný, uvolněný, volně, volný, příhodný, šikovný, účelný, vhodný, přístupný, prostý, snášenlivý
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
bequem, komfortabel, frei, freizügig, locker, salopp, ungezügelt, zwanglos, gemächlich, wohnlich, zweckmäßig, glatt, gut, leicht, mühelos
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
bekvem, komfortabel, fri, ledig, utvungen, vid, behagelig, hyggelig, nem, enkel, enkelt, gren, let, lette, simpel
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
cómodo, confortable, ancho, desahogado, desembarazado, desenvuelto, despejado, expedito, franco, holgado, libre, suelto, acomodado, conveniente, manuable, tempestivo, fácil
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
confortable, aisé, cavalier, dégagé, désinvolte, large, latitudinaire, libre, relâché, volant, accommodant, commode, convenable, maniable, opportun, travaux, coulant, facile, simple
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
comodo, confortevole, ampio, disinvolto, largo, libero, rilassato, sciolto, accogliente, conveniente, opportuno, agevole, facile, piano, semplice
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
komfortabel, fri, ledig, utvungen, vid, behagelig, bekvem, hyggelig, makelig, nem, enkel, grei, lett
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
комфортабелен, комфортабельный, комфортный, беспрепятствен, беспрепятственен, беспрепятственный, произволен, произвольный, свободный, удобен, удобный, легкий, лёгкий
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
komfortabel, fri, ledig, behändig, bekväm, skön, trivsam, vilsam, enkel, greig, lätt, lett
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
kodikas, mukava, viihtyisä, esteetön, helppo, höllä, irrallinen, irtain, löyhä, kotoinen, sopiva
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
udoban, slobodan, lak
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
cómodo, confortável, abusivo, desencobrido, desenvolto, desocupado, despejado, franco, livre, conveniente, propício, tempestivo, fácil
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
confortabil, lesnicios, uşor
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
pohodlný
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
komfortowy, swobodny, wygodny, łatwy
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
адвольны, свабодны, ёмкі, зручны, удобное
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
fesztelen, korlátlan, laza, szabad, könnyű
Λεξικό:
λιθουανική
Μεταφράσεις:
laisvas, lengvas
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
prosto, lahek
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
безоплатний, вакантний, відкритий, вільний, гарантований, деспотичний, довільний, заповнений, звільнений, легковажно, наявний, незайнятий, повний, примхливий, свавільний, ситий, цілий, дружелюбний, дружній, зручний, корисний, позитивний, практичний, привітний, принагідний, приязний, сприятливий, легкий
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
lehtë
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
kerge

Σχετικές λέξεις

άνετος συνώνυμα, άνετος στα αγγλικά, είμαι άνετος