lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

συγκροτώ στα γαλλικά

Λέξη:
συγκροτώ (Αριθμός των γραμμάτων: 8)
Λεξικό:
ελληνικά-γαλλικά
Μεταφράσεις (25):
attitrer, composer, constituer, créer, décider, dénommer, désigner, enfanter, faire, fixer, fonder, forme, former, instaurer, instituer, nommer, organiser, produire, promouvoir, stipuler, titulariser, élire, ériger, établir, étalonner
Σχετικές λέξεις:
γαλλικά συγκροτώ, συγκροτώ συνώνυμο, συγκροτώ συνώνυμα, συγκροτώ english, συγκροτώ στα γαλλικά, attitrer στα ελληνικά
συγκροτώ στα γαλλικά