lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

χτίζω στα λευκορωσίας

Λέξη:
χτίζω (Αριθμός των γραμμάτων: 5)
Λεξικό:
ελληνικά-λευκορωσίας
Μεταφράσεις (6):
вырабляць, рабіць, строіць, здзяйсняць, напаўняць, рабiць
Σχετικές λέξεις:
λευκορωσίας χτίζω, χτίζω σωστά εμένα, χτίζω σπίτι μόνος μου, χτίζω σπίτι, χτίζω πύργους στην άμμο, χτίζω πέτρα, χτίζω στα λευκορωσίας, вырабляць στα ελληνικά
χτίζω στα λευκορωσίας