lexiko-gr.com Δωρεάν ηλεκτρονικό λεξικό γλώσσα.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καπνίζω

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
fume, irritate, reek, smoke, blaze, burn, fire, heat, scorch, cure
καπνίζω
Λεξικό:
τσεχική
Μεταφράσεις:
čadit, čmoudit, čoudit, dým, dýmat, kouř, kouřit, pára, udit, vyudit, zakouřit, hořet, opálit, ožehnout, pálit, planout, popálení, popálenina, pražit, propálit, sežehnout, smažit, spálení, spálenina, spálit, spalovat, vypalovat, zapálit, zářit
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
dampfen, qualmen, rauchen, abbrennen, brennen, feuern, rösten, verbrennen, räuchern
Λεξικό:
δανική
Μεταφράσεις:
damp, os, røg, ryge, rynke, ose, brænde, brandsår, bregne, svi
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
fumar, humear, humo, abrasar, abrasarse, arder, asar, cocer, encender, escocer, incendiarse, picar, quemadura, quemar, quemarse, tostar, acecinar
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
fumée, fumer, charbonner, filer, brouir, brûler, brûlure, crémer, flamber, rôtir, torréfier, boucaner, fume, saurer
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
fumare, fumo, ardere, bruciare, bruciatura, scottare, ustione, affumicare
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
damp, os, røyk, røyke, røyking, ryke, ose, brænna, brannsår, brenne, hetta, svi
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
дымить, коптить, вытапливать, гореть, жечь, курить, сжигать, топить, прокапчивать
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
ryka, omse, blossa, bränna, brinna, hetta, röka
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
дим
Λεξικό:
λευκορωσίας
Μεταφράσεις:
дым, гнаць, курыць
Λεξικό:
εσθονική
Μεταφράσεις:
suits
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
höyrytä, polttaa, savu, savuta, tupakoida, kärventää, paahtaa, palaa, palohaava
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
dim, pušiti
Λεξικό:
ουγγρική
Μεταφράσεις:
füst, füstöl, cigarettázik, cigizik, dohányzik, égés, éget, égetni
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
fumaça, fumar, fumo, homo, abrasar, arder, humor, picar, queimadura, queimar
Λεξικό:
σλοβενική
Μεταφράσεις:
dim, kaditi
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
дим, диміти, кіптява, висушіть, горіти, дезинфікуйте, згоріти, курити, кусати, кусатися, опік, палити, підпалити, спалювати, укус, укусити
Λεξικό:
πολωνική
Μεταφράσεις:
dymić, kopcić, palić, wędzić
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
djeg
Λεξικό:
ρουμανική
Μεταφράσεις:
arde
Λεξικό:
σλοβακική
Μεταφράσεις:
horieť

Σχετικές λέξεις

καπνίζω ονειροκρίτης, καπνίζω πούρα για σενανε χαμουρα, καπνίζω μπάφους και παίζω προ, καπνίζω τα τσιγάρα μου, καπνίζω 5 τσιγάρα την ημέρα, καπνίζω μαύρο, γιατί καπνίζω